Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ο παπαλάγκι

Το Τιαβέα είναι ένα νησί στον Ειρηνικό ωκεανό και μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα ήταν γερμανική αποικία. Ο φύλαρχος της φυλής των Ινδιάνων Σαμόα που ζουν εκεί, υποτίθεται πως στις αρχές του 20ου αιώνα πήγε στην Ευρώπη όπου είδε την ζωή και τις συνήθειες των "πολιτισμένων" ανθρώπων, των "παπαλάγκι", όπως τους ονόμαζαν.
("Παπαλάγκι" σημαίνει "αυτός που πέρασε μέσα από τον ουρανό": Οι πρώτοι λευκοί που έφτασαν στο νησί Τιαβέα ήρθαν με ιστιοφόρο. Οι ιθαγενείς βλέποντας το ιστιοφόρο με τα λευκά πανιά μακριά στον ορίζοντα νόμισαν πως ήταν τρύπα στον ουρανό μέσα από την οποίαν εμφανίστηκαν οι ξένοι.)


Ένας Γερμανός λογοτέχνης, ο Erich Scheurmann, κατέγραψε τις ομιλίες του φυλάρχου προς τους συγχωριανούς του (για τις οποίες ισχυριζόταν πως ήταν αληθινές) σε βιβλίο. Σήμερα ξέρουμε πως οι ομιλίες αυτές είναι φανταστικές, παρ' όλα αυτά έχουν μεγάλη αξία επειδή παρουσιάζουν τον ανεπτυγμένο κόσμο από μία πολύ διαφορετική ματιά:

Αφήστε με να σας περιγράψω, αδέρφια μου των Πολλών Νησιών, τί είναι πράγμα. Η καρύδα είναι ένα πράγμα, η βεντάλια είναι ένα πράγμα, το πανί, το όστρακο, το δαχτυλίδι, το πιάτο, το κόσμημα, όλα αυτά, είναι πράγματα. Υπάρχουν όμως δυό ειδών πράγματα. Αυτά που έφτιαξε το μεγάλο Πνεύμα, χωρίς εμείς να το βλέπουμε, και που δεν κοστίζουν σ’εμάς τους ανθρώπους κανέναν κόπο και δουλειά, όπως η καρύδα, το μύδι, η μπανάνα. Υπάρχουν και τα πράγματα που φτιάχνουν οι άνθρωποι, με πολύ κόπο και δουλειά, όπως το δαχτυλίδι, το πιάτο, η βεντάλια.
Ω, αδέρφια μου, αν μπορούσατε να με πιστέψετε! Μπήκα μέσα στη σκέψη του παπαλάγκι, και είδα την βούλησή του τόσο καθαρά, σαν να την φώτιζε ο μεσημεριάτικος ήλιος.
Επειδή καταστρέφει τα πράγματα του μεγάλου Πνεύματος, όπου κι αν βρεθεί, θέλει αυτό που σκοτώνει να το ξαναζωντανέυει με την δική του δύναμη. Έτσι πείθει τον εαυτό του, πως επειδή φτιάχνει πολλά πράγματα, είναι ο ίδιος το Μεγάλο Πνεύμα.
Εκεί όπου βρίσκονται οι πολλές καλύβες του παπαλάγκι, στα μέρη που οι ίδιοι ονομάζουν πόλεις, ο τόπος είναι έρημος όπως η παλάμη… Γι αυτό ο παπαλάγκι τρελάθηκε και παριστάνει το Μεγάλο Πνεύμα: για να μπορέσει έτσι να ξεχάσει όλα αυτά, που του λείπουν.
Επειδή είναι τόσο φτωχός, και η χώρα του τόσο θλιβερή, καταφεύγει στα πράγματα, τα μαζεύει, όπως μαζεύει ο τρελός του χωριού τα μαραμένα φύλλα, και γεμίζει με αυτά την καλύβα του. Γι αυτό και μας φθονεί, και θέλει να γίνουμε κι εμείς φτωχοί, σαν αυτόν.
Μια ευρωπαϊκή καλύβα έχει τόσα πράγματα, που ακόμη κι αν κάθε άντρας ενός χωριού της Σαμόα γέμιζε την αγκαλιά του με αυτά, δεν θα έφτανε ολόκληρο το χωριά για να την αδειάσουν. Σε μια μόνο καλύβα, υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα, ώστε πολλοί λευκοί αρχηγοί χρειάζονται πολλούς άντρες και γυναίκες, που δεν κάνουν τίποτε άλλο, από το να τοποθετούν αυτά τα πράγματα στη θέση τους και να τα καθαρίζουν από τη σκόνη. Ακόμη και η πιο μεγάλη Ταοπού, ξοδεύει πολύ χρόνο για να μετρά όλα τα πολλά της πράγματα, να τα τακτοποιεί, και να τα καθαρίζει.
Οι άντρες και οι γυναίκες του λευκού κόσμου θα θρηνούσαν μέσα στις καλύβες μας, και θα έτρεχαν να μαζέψουν ξύλα, και το καύκαλο της χελώνας, γυαλιά, σύρματα, παρδαλές πέτρες, και πολλά ακόμη. Από το πρωί μέχρι το βράδυ θα κινούσαν τα χέρια και τα πόδια τους, μέχρι η καλύβα τους να γέμιζε μικρά και μεγάλα πράγματα. Πράγματα που καταστρέφονται εύκολα, που μπορεί να τα αφανίσει κάθε φωτιά, και κάθε τροπική βροχή, έτσι που πάντα να πρέπει να φτιάχνονται καινούργια.
Γι αυτό και τα πρόσωπα των λευκών είναι συχνά τόσο κουρασμένα και θλιμμένα, γι’αυτό μόνο ελάχιστοι από αυτούς βρίσκουν τον καιρό να δουν τα πράγματα του Μεγάλου Πνεύματος, να παίξουν στην πλατεία του χωριού, να γράψουν τραγούδια και να τα τραγουδήσουν χαρούμενα, να χορέψουν την ημέρα της γιορτής, και να χαρούν τα μέλη τους, όπως είναι καθορισμένο για όλους εμάς.
Αυτοί πρέπει να αποκτούν πράγματα. Πρέπει να προσέχουν τα πράγματά τους να μην τους τα κλέψουν. Τα πράγματα γαντζώνονται πάνω τους, και σέρνονται, σαν τα μικρά μυρμήγκια της άμμου. Με απόλυτη ψυχρότητα κάνουν κάθε είδους έγκλημα για να αποκτήσουν πράγματα.
Πολεμούν ο ένας τον άλλον, όχι για την τιμή τους, ούτε για να μετρήσουν την πραγματική τους δύναμη, αλλά μόνο και μόνο για τα πράγματα.
Το μεγαλύτερο από τα ψέμματα του παπαλάνγκι είναι αυτό: τα πράγματα του Μεγάλου Πνεύματος είναι άχρηστα, ενώ τα δικά του είναι πολύ χρήσιμα, είναι πιο χρήσιμα.
Τα πράγματα του παπαλάνγκι , αν και είναι τόσο πολλά στον αριθμό, αν και αστράφτουν, και λαμποκοπούν, δεν φώτισαν τα μάτια του περισσότερο, δεν έκαναν τις αισθήσεις του εντονότερες.
Επομένως, τα πράγματά του είναι άχρηστα, και επομένως, αυτά που λέει, και αυτά που θέλει να μας επιβάλει, είναι κακόβουλα, και η σκέψη του, είναι διαποτισμένη από δηλητήριο.
Ένας άλλος λόγος που κάνει τον παπαλάνγκι να ξεχωρίζει, είναι ότι λέγοντας πολλά λόγια, προσπαθεί να μας πείσει ότι είμαστε φτωχοί και άθλιοι, και ότι χρειαζόμαστε πολλή βοήθεια, γιατί δεν έχουμε πράγματα.
Ο Παπαλάγκι έχει τόσα επαγγέλματα όσες είναι οι πέτρες μέσα στη λίμνη. Κάθε πράξη του την κάνει επάγγελμα. Είναι ωραίο να φέρνει κανείς μια φορά νερό από την πηγή, ακόμη και περισσότερες φορές την ίδια μέρα. Όποιος όμως πρέπει από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου και κάθε ημέρα ξανά και κάθε ώρα, όσο φτάνει η δύναμή του, να κουβαλάει συνέχεια νερό - αυτός τελικά θα πετάξει με οργή τον κουβά μακριά του αγανακτισμένος για τα δεσμά στο κορμί του. Γιατί τίποτα δεν είναι τόσο δύσκολο για τον άνθρωπο, όσο να κάνει πάντα το ίδιο ακριβώς πράγμα.
Και γι' αυτό μέσα στους ανθρώπους των επαγγελμάτων ζει ένα φλογερό μίσος. Όλοι αυτοί έχουν στην καρδιά τους κάτι σαν ζώο, που το συγκρατούν δεσμά, που επαναστατεί και που όμως δεν μπορεί να ελευθερωθεί. Και όλοι συγκρίνουν μεταξύ τους τα επαγγέλματά τους, γεμάτοι φθόνο και μίσος, μιλάν για ανώτερα και κατώτερα επαγγέλματα, παρ' όλο που όλα τα επαγγέλματα δεν είναι παρά μισοδουλειές. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο χέρι ή μόνο πόδι ή μόνο κεφάλι. Είναι όλα μαζί ενωμένα. Χέρι, πόδι και κεφάλι θέλουν να είναι μαζί. Μόνο όταν όλα τα μέλη και οι αισθήσεις ενεργούν από κοινού μπορεί μια ανθρώπινη καρδιά να γιατρευτεί από χαρά, ποτέ όμως όταν μόνο ένα μέρος του ανθρώπου έχει ζωή και τα άλλα πρέπει να είναι όλα νεκρά. Αυτό προξενεί στον άνθρωπο σύγχυση, απελπισία ή αρρώστια».

Ο παπαλάνγκι αγαπάει πολύ το στρογγυλό μέταλλο και το βαρύ χαρτί, όμως αγαπάει και αυτό που δεν πιάνεται και που όμως υπάρχει - τον χρόνο. Κάνει πολύ φασαρία και λέει πολλές ανοησίες γι ‘ αυτόν .
Παρόλο που ο χρόνος ποτέ δεν είναι περισσότερος απ’ όσο χωράει στο διάστημα μεταξύ ανατολής και δύσης του ήλιου, για τον παπαλάνγκι ποτέ δεν είναι αρκετός.
Ο παπαλάγκι είναι πάντα δυσαρεστημένος με τον χρόνο του και κατηγορεί το μεγάλο πνεύμα, που δεν του έδωσε παραπάνω. Οι άνδρες, οι γυναίκες, ακόμη και παιδιά, κουβαλούν μαζί τους μια μικρή στρογγυλή πλάκα, στην οποία διαβάζουν την ώρα.
Επειδή ο παπαλάγκι έχει πραγματική φοβία με τον χρόνο του, γνωρίζει πόσες ανατολές ηλίου έχουν περάσει από τότε που πρωτοαντίκρυσε το φως. Αυτό μοιάζει να έχει μεγάλη σημασία, αφού το γιορτάζει με λουλούδια και ένα πλούσιο γεύμα. Όταν με ρωτούσαν, γελούσα. Αυτό το μέτρημα είναι επικίνδυνο: ο καθένας μετρά με αγωνία και όταν έχουν περάσει πολλά ηλιοβασιλέματα, χάνει τη χαρά της ζωής και περιμένει να πεθάνει!
Πιστεύω ότι ο χρόνος ξεγλιστρά από τα χέρια του σαν το φίδι στην υγρή παλάμη, ακριβώς επειδή τον κρατά πολύ σφιχτά. δεν τον αφήνει να συνέλθει. τον κυνηγά πάντα με απλωμένα χέρια, δεν τον αφήνει να ησυχάσει, να ξαπλωθεί στον ήλιο. Θέλει ο χρόνος να 'ναι πάντα κοντά του, τον θέλει να τραγουδά και να μιλά. Ο χρόνος όμως είναι σιωπηλός και ειρηνικός και αγαπά την ησυχία και το άραγμα στο στρώμα.
Ο Παπαλάνγκι δεν έχει καταλάβει τι είναι ο χρόνος, δεν τον έχει αντιληφθεί σωστά και γι' αυτό τον κακοποιεί με τις ωμές του συνήθειες.
Μόνο μια και μοναδική φορά συνάντησα κάποιον άνθρωπο που είχε πολύ χρόνο, που δεν παραπονιότανε ποτέ ότι του λείπει, αυτός όμως ήταν φτωχός, βρόμικος και περιφρονημένος. Οι άνθρωποι απέφευγαν να περάσουν από δίπλα του και κανένας δεν τον πρόσεχε. Εγώ δεν καταλάβαινα αυτή τη συμπεριφορά, γιατί το βάδισμά του ήταν χωρίς βιασύνη και τα μάτια του είχαν ένα ήρεμο, φιλικό χαμόγελο. 'Οταν τον ρώτησα, το πρόσωπό του συσπάστηκε και είπε θλιμμένα: "Ποτέ δεν ήξερα να εκμεταλλευτώ τον χρόνο μου, γι' αυτό και είμαι ένας φτωχός, περιφρονημένος φουκαράς." Ο άνθρωπος αυτός είχε χρόνο, κι αυτός όμως δεν ήταν ευτυχισμένος.

Ο παπαλάγκι κατοικεί σαν το όστρακο μέσα σ' ένα σκληρό καβούκι. Ζει ανάμεσα σε πέτρες όπως η σαρανταποδαρούσα μέσα στις ρωγμές της πετρωμένης λάβας. Πέτρες είναι γύρω του, δίπλα του και πάνω του. Η καλύβα του μοιάζει μ' ένα όρθιο πέτρινο κιβώτιο. Ένα κιβώτιο με πολλά συρτάρια και πολλές τρύπες.
Από ένα μόνο σημείο μπορεί κανείς να μπει και να βγει στο πέτρινο καβούκι. Το σημείο αυτό ο παπαλάγκι το ονομάζει είσοδο, όταν μπαίνει στην καλύβα και έξοδο όταν βγαίνει, παρ' όλο που και τα δύο είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Στο σημείο αυτό λοιπόν υπάρχει ένα ξύλινο φύλλο που για να μπορέσει να μπεις στην καλύβα πρέπει να το σπρώξεις με δύναμη. Ακόμη όμως βρίσκεσαι στην αρχή και θα πρέπει να σπρώξεις κι άλλα φύλλα, για να βρεθείς πραγματικά μέσα στην καλύβα.
Στις καλύβες τώρα συμβαίνει να κατοικούν περισσότεροι άνθρωποι απ' όσοι ζουν σ' ένα μόνο χωριό της Σαμόας και γι' αυτό πρέπει κανείς να ξέρει ακριβώς το όνομα της άιγκα (η οικογένεια) που θέλει να επισκεφτεί. Γιατί κάθε άιγκα κατέχει ένα ξεχωριστό μέρος του πέτρινου κιβωτίου, ή επάνω ή κάτω ή στο κέντρο, αριστερά ή δεξιά ή στη μέση. Και η μια άιγκα συχνά δεν ξέρει τίποτα απολύτως για τις άλλες, λες και δεν τους χωρίζει μόνο ένας πέτρινος τοίχος, αλλά είναι σαν να βρίσκονται ανάμεσά τους η Μανόνο, η Απλίμα , η Σαβάι (3 νησιά των νήσων Σαμόα)και πολλές θάλασσες. Συχνά δεν ξέρουν τα ονόματά τους, κι αν συναντηθούν στην τρύπα της εισόδου χαιρετιούνται μόλις και μετά βίας ή μουρμουρίζουν μέσα από τα δόντια τους κάτι στον άλλο σαν κάτι εχθρικά έντομα. Σαν κακιασμένοι , που είναι υποχρεωμένοι να ζουν τόσο δίπλα-δίπλα.
Αν τώρα η άιγκα μένει επάνω, κάτω ακριβώς από τη στέγη της καλύβας, θα πρέπει κανείς να σκαρφαλώσει σε πολλά κλαδιά, ζιγκ-ζαγκ ή στριφογυριστά, μέχρι να φτάσει στο σημείο όπου είναι γραμμένο στον τοίχο το όνομα της άιγκα. Κι εκεί βλέπει κανείς μπροστά του κάτι που μοιάζει με γυναικεία ρόγα, την πιέζει μέχρι ν' ακουστεί μια κραυγή που καλεί την άιγκα να έρθει. Αυτή κοιτάζει μέσα από μια μικρή, στρογγυλή τρύπα μήπως είναι κανένας εχθρός κι αν είναι δεν ανοίγει. Αν όμως αναγνωρίσει τον φίλο, ξεσφαλίζει αμέσως τη μεγάλη σανίδα, που είναι καλά ασφαλισμένη με αλυσίδα και την τραβά προς το μέρος της, έτσι ώστε να μπορεί ο ξένος να μπει μέσα από τη ρωγμή στην πραγματική καλύβα.
Η πραγματική καλύβα τώρα είναι χωρισμένη με πολλούς πέτρινους όρθιους τοίχους και σπρώχνοντας πολλές σανίδες, προχωρά κανείς από κιβώτιο σε κιβώτιο, ενώ αυτά γίνονται όλο και μικρότερα. Κάθε κιβώτιο - που ο παπαλάγκι το ονομάζει δωμάτιο - έχει μια τρύπα, αν είναι μεγαλύτερο έχει δύο ή και περισσότερες, απ' όπου μπαίνει φως. Οι τρύπες αυτές είναι σκεπασμένες με γυαλί, που μπορεί κανείς να το απομακρύνει, όταν θέλει να μπει στα κιβώτια φρέσκος αέρας, πράγμα που είναι απαραίτητο. Υπάρχουν όμως και πολλά κιβώτια χωρίς τρύπα για το φως και τον αέρα.
Ένας Σαμοανός σύντομα θα έσκαγε μέσα σ' ένα τέτοιο κιβώτιο, γιατί από πουθενά δεν μπαίνει φρέσκο αεράκι, όπως συμβαίνει σε κάθε καλύβα της Σαμόας. Επίσης και οι μυρωδιές του μαγειρείου ζητούν διέξοδο. Συνήθως όμως ο αέρας που μπαίνει απέξω δεν είναι πολύ καλύτερος και δύσκολα καταλαβαίνει κανείς, πώς ένας άνθρωπος καταφέρνει εδώ να επιζήσει και πώς δεν γίνεται από τη νοσταλγία πουλί, πώς δεν του φυτρώνουν φτερούγες, ώστε να μπορέσει να πετάξει μακριά, εκεί όπου είναι ο αέρας και ο ήλιος. Ο παπαλάγκι όμως αγαπά τα πέτρινα κιβώτιά του και δεν αντιλαμβάνεται πια την καταστροφικότητά τους.
Κάθε κιβώτιο τώρα έχει έναν ιδιαίτερο σκοπό. Το μεγαλύτερο και το φωτεινότερο είναι για να δέχεται η άιγκα επισκέψεις. Ένα άλλο είναι για τον ύπνο. Εδώ έχει απλωμένα τα στρώματα, δηλαδή αυτά είναι πάνω σ' ένα ξύλινο πλαίσιο με μακριά πόδια για να μπορεί να περνά ο αέρας από κάτω τους. Ένα τρίτο κιβώτιο είναι για τα γεύματα και για να κάνουν σύννεφα καπνού, ένα τέταρτο για τις προμήθειες τροφίμων, στο πέμπτο μαγειρεύουν και στο τελευταίο και το μικρότερο για να πλένονται. Αυτό είναι και το πιο ωραίο. Οι τοίχοι είναι σκεπασμένοι με μεγάλους καθρέφτες, το πάτωμα είναι στρωμένο με χρωματιστές πέτρες και μες στη μέση βρίσκεται μια μεγάλη πιατέλα από μέταλλο ή πέτρα, μέσα στην οποία τρέχει ζεστό ή κρύο νερό. Σ' αυτή την πιατέλα, που είναι τόσο μεγάλη, μεγαλύτερη ακόμη και από τον τάφο ενός φύλαρχου, μπαίνει κανείς για να καθαριστεί και να ξεπλύνει από το σώμα του την πολλή σκόνη των πέτρινων κιβωτίων. Φυσικά υπάρχουν και καλύβες με περισσότερα κιβώτια . Υπάρχουν μάλιστα καλύβες όπου το κάθε παιδί έχει το δικό του κιβώτιο, καθώς και κάθε υπηρέτης του παπαλάγκι, ακόμη και τα σκυλιά του και τ' άλογά του.
Ανάμεσα σ' αυτά τα κιβώτια λοιπόν ο παπαλάγκι περνάει τη ζωή του. Μια βρίσκεται σ' αυτό και μια στο άλλο κιβώτιο, ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Εδώ μεγαλώνουν τα παιδιά του, εδώ ψηλά πάνω από τη γη, συχνά ψηλότερα κι απ΄ όσο φτάνει ένα μεγάλο φοινικόδενδρο - ανάμεσα σε πέτρες. Πότε - πότε ο παπαλάγκι εγκαταλείπει το ιδιωτικό του κιβώτιο, όπως το ονομάζει, για να χωθεί σ' ένα άλλο κιβώτιο, που προορίζεται για τις δουλειές του, τις οποίες θέλει να κάνει ανενόχλητος, χωρίς την παρουσία γυναικών και παιδιών. Σ' αυτό το διάστημα τα κορίτσια και οι γυναίκες βρίσκονται στο μαγειρειό και μαγειρεύουν ή γυαλίζουν τα ποδοδέρματα ή πλένουν τα πανιά. Αν είναι πλούσιες και μπορούν να έχουν υπηρέτες, κάνουν οι υπηρέτες αυτή τη δουλειά και οι ίδιες πηγαίνουν σε επισκέψεις ή κάνουν νέες προμήθειες τροφίμων.
Με αυτόν τον τρόπο ζουν στην Ευρώπη τόσοι άνθρωποι, όσα είναι τα φοινικόδενδρα που φυτρώνουν στη Σαμόα και ακόμη περισσότεροι μάλιστα. Μερικοί θα νοσταλγούν ίσως πολύ το δάσος και τον ήλιο και το άφθονο φως, αυτό ωστόσο θεωρείται γενικά αρρώστια, που θα πρέπει κανείς να καταπολεμήσει μέσα του. Αν κάποιος δεν είναι ευχαριστημένος μ' αυτήν την πετροζωή, οι άλλοι λένε ότι πρόκειται για έναν αφύσικο άνθρωπο, που θα πει: αυτός δεν ξέρει τι έχει ορίσει ο θεός για τον άνθρωπο.
Αυτά λοιπόν τα πέτρινα κιβώτια βρίσκονται πολλά μαζί και κολλητά το ένα με το άλλο. Κανένα δένδρο, κανένας θάμνος δεν τα χωρίζει. Στέκονται σαν άνθρωποι στη σειρά και στο καθένα κατοικούν τόσοι πολλοί παπαλάγκι, όσοι και σ' ένα ολόκληρο χωριό τής Σαμόας. Σε απόσταση μιας πετριάς, στην άλλη πλευρά, βρίσκεται μια ίδια σειρά πέτρινων κιβωτίων, πάλι το ένα δίπλα στο άλλο και σ' αυτά επίσης κατοικούν άνθρωποι. Έτσι δημιουργείται ανάμεσα στις δύο σειρές μια στενή ρωγμή, που ο παπαλάγκι την ονομάζει "δρόμο". Η ρωγμή αυτή συχνά έχει μάκρος όσο και ένα ποτάμι και είναι στρωμένη με σκληρές πέτρες. Πρέπει να βαδίσει κανείς πολύ ώσπου να βρει ένα πιο ανοιχτό σημείο. Και εδώ όμως καταλήγουν πάλι ρωγμές το ίδιο μακριές. Έτσι μπορεί κανείς μέρες ολόκληρες να περιπλανιέται ανάμεσα σ' αυτές τις ρωγμές μέχρι να βρει πάλι ένα δάσος ή ένα μεγάλο κομμάτι γαλάζιου ουρανού.
Ανάμεσα στις ρωγμές σπάνια βλέπει κανείς πραγματικά γαλάζιο ουρανό, γιατί σε κάθε καλύβα υπάρχει τουλάχιστον μια και συχνά πάρα πολλές φωτιές που γεμίζουν διαρκώς τον αέρα με πολύ καπνό και στάχτη, όπως όταν ξεσπά ο μεγάλος κρατήρας στη Σαβάι. Η στάχτη πέφτει μέσα στις ρωγμές, έτσι ώστε μεγάλα πέτρινα κιβώτια να μοιάζουν με τον βούρκο στα έλη του Μανγκρόβε και στα μάτια και στα μαλλιά των ανθρώπων να χώνεται μαύρο χώμα και στα δόντια τους να μπαίνει σκληρή άμμος.
Όλα αυτά όμως δεν εμποδίζουν τους ανθρώπους να τριγυρνάνε σ' αυτές τις ρωγμές από το πρωί μέχρι το βράδυ. Υπάρχουν κιόλας πολλοί που το χαίρονται ιδιαίτερα. Σε μερικές μάλιστα ρωγμές οι άνθρωποι στριμώχνονται και κυλάνε εκεί μέσα σαν πηχτός βούρκος. Αυτοί είναι οι δρόμοι όπου είναι στημένα τεράστια γυάλινα κιβώτια και μέσα σ' αυτά είναι απλωμένα όλα τα πράγματα που χρειάζεται ένας παπαλάγκι για να ζήσει: Πανιά, στολίδια για το κεφάλι, χειροδέρματα και ποδοδέρματα, τρόφιμα, κρέας και αληθινή τροφή - όπως φρούτα και λαχανικά - και πάρα πολλά άλλα πράγματα. Είναι απλωμένα έτσι για να προκαλούν τους ανθρώπους. Κανένας όμως, όσο κι αν το έχει απόλυτη ανάγκη, δεν μπορεί να πάρει έτσι απλά κάτι. Θα πρέπει πρώτα να πάρει την άδεια και έναντι αυτού να κάνει μια προσφορά.
Στις ρωγμές αυτές καραδοκούν απ' όλες τις μεριές πολλοί κίνδυνοι, γιατί οι άνθρωποι όχι μόνο βαδίζουν χωρίς καμιά τάξη, αλλά τους μεταφέρουν ακόμη αμάξια και άλογα προς όλες τις κατευθύνσεις ή ακόμη και μεγάλα γυάλινα κιβώτια , που γλιστράν πάνω σε μεταλλικές λωρίδες. Ο θόρυβος είναι μεγάλος. Τ' αυτιά σου ξεκουφαίνονται, γιατί τα άλογα βροντάνε με τα πέταλά τους στις πέτρες του δρόμου και οι άνθρωποι χτυπάνε πάνω σ' αυτές με τα σκληρά τους ποδοδέρματα. Τα παιδιά φωνάζουν, οι άντρες φωνάζουν από χαρά ή από φρίκη. Όλοι φωνάζουν! Κυριαρχεί γενικά ένα βουητό, ένα τριζοβολητό, ποδοβολητό και αχολογητό, λες και βρίσκεσαι στον ψηλό κυματοθραύστη της Σαβάι μια μέρα που λυσσομανάει η χειρότερη θύελλα. Κι όμως το βουητό της θύελλας είναι γλυκό και δεν σου παίρνει το κεφάλι όπως αυτός ο θόρυβος ανάμεσα στις ρωγμές.
Αυτά τώρα όλα μαζί: τα πέτρινα κιβώτια με τους πολλούς ανθρώπους, οι ψηλές ρωγμές που τραβούν προς τα εδώ και προς τα εκεί σαν χιλιάδες ποτάμια, οι άνθρωποι εκεί μέσα, ο θόρυβος και το βουητό, η μαύρη σκόνη και ο καπνός πάνω απ' όλα αυτά, χωρίς ούτε ένα δέντρο, χωρίς το γαλάζιο τ' ουρανού, χωρίς καθαρό αέρα και σύννεφα - όλα αυτά αποτελούν αυτό που ο παπαλάνγκι ονομάζει "πόλη". Είναι η δική του δημιουργία και είναι πολύ περήφανος γι' αυτή. Μολονότι εδώ ζουν άνθρωποι που ποτέ δεν έχουν αντικρίσει με τα μάτια τους ένα δέντρο, ποτέ ένα δάσος, ποτέ έναν καθαρό ουρανό, ποτέ το μεγάλο Πνεύμα. Άνθρωποι που ζουν σαν εκείνα τα ερπετά της λιμνοθάλασσας κάτω από τα κοράλλια, μολονότι αυτά τα βρέχει ακόμη το πεντακάθαρο νερό της θάλασσας και τα φιλάει ο ήλιος με το ζεστό του στόμα. Να είναι άραγε ο παπαλάνγκι περήφανος για τις πέτρες που έχει μαζέψει; Δεν ξέρω. Ο παπαλάνγκι είναι ένας άνθρωπος με εντελώς δική του λογική. Κάνει πολλά που δεν έχουν νόημα και τον αρρωσταίνουν κι όμως τα εξυμνεί και τραγουδά τραγούδια γι' αυτά του τα κατορθώματα.

Η πόλη είναι λοιπόν αυτό που περιέγραψα. Υπάρχουν όμως πολλές πόλεις, μικρές και μεγάλες. Οι μεγαλύτερες είναι αυτές που κατοικούν οι ανώτατοι φύλαρχοι της χώρας. Όλες οι πόλεις είναι διασκορπισμένες σαν τα δικά μας νησιά στη θάλασσα. Άλλοτε απέχουν όση ώρα κάνουμε εμείς για να φτάσουμε στη θάλασσα, άλλοτε όμως και μια ολόκληρη μέρα. Όλα τα πέτρινα νησιά συνδέονται μεταξύ τους με σημαδεμένα μονοπάτια. Μπορείς όμως να ταξιδέψεις και μ' ένα πλοίο της ξηράς που είναι λεπτό και μακρύ σαν σκουλήκι, ξερνάει συνέχεια καπνό και γλιστράει πολύ γρήγορα πάνω σε μακριά σιδερένια σιρίτια, γρηγορότερα κι από ένα δωδεκαθέσιο κανό που τρέχει με τη μεγαλύτερη ταχύτητα. Αν όμως θέλεις να πεις σ' έναν φίλο σου σε κάποιο άλλο νησί μόνο ένα ταλόφα (χαιρετισμός των Σαμόα που σημαίνει "σ' αγαπώ"), δεν χρειάζεται να πας ή να γλιστρήσεις προς αυτόν. Φυσάς τα λόγια σου σε μεταλλικές κλωστές, που πηγαίνουν σαν τις κληματαριές από το ένα πέτρινο νησί στο άλλο και γρηγορότερα και από το πέταγμα ενός πουλιού, φτάνουν τα λόγια σου στο μέρος που θέλεις.
Ανάμεσα σ' όλα τα πέτρινα νησιά βρίσκεται η αληθινή γη, βρίσκεται αυτό που ονομάζεται Ευρώπη. Εδώ η γη είναι σε μερικούς τόπους γόνιμη κι όμορφη όπως σ' εμάς. Έχει δέντρα, ποτάμια και δάση κι εδώ επίσης υπάρχουν μικρά αληθινά χωριά. Μ' όλο που οι καλύβες είναι και στα χωριά από πέτρα, συνήθως περιτριγυρίζονται από καρποφόρα δέντρα και η βροχή μπορεί να τις πλένει απ' όλες τις πλευρές και ο αέρας να τις ξαναστεγνώνει.
Στα χωριά αυτά ζουν άλλοι άνθρωποι, με διαφορετικά μυαλά από τους ανθρώπους τής πόλης. Τους ονομάζουν χωριάτες. Έχουν πιο τραχιά χέρια και πιο λερωμένα πανιά από τους ανθρώπους στις ρωγμές, παρ' όλο που έχουν πολύ περισσότερο να φάνε από εκείνους. Η ζωή τους είναι πολύ πιο υγιεινή και πολύ πιο όμορφη από τη ζωή των ανθρώπων στις ρωγμές. Οι ίδιοι όμως δεν το πιστεύουν αυτό και φθονούν εκείνους που ονομάζουν τεμπέληδες, επειδή δεν βάζουν τα χέρια τους στο χώμα για να βάλουν ή να βγάλουν καρπούς. Ζουν σε εχθρική σχέση μαζί τους, γιατί αναγκάζονται να μαζεύουν τους καρπούς που τρώει ο άνθρωπος των ρωγμών, αναγκάζονται να βοσκάν και να μεγαλώνουν τα ζώα μέχρι να παχύνουν και να του δίνουν και απ' αυτά τα μισά. Πάντως κουράζονται πολύ για να βρουν τροφή για όλους τους ανθρώπους των ρωγμών και δεν βλέπουν το λόγο γιατί εκείνοι να φοράνε ωραιότερα πανιά από αυτούς τους ίδιους και να έχουν ωραιότερα άσπρα χέρια και να μην είναι υποχρεωμένοι να ιδρώνουν πολύ στον ήλιο και να κρυώνουν πολύ στη βροχή.
Ο άνθρωπος των ρωγμών όμως πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι' αυτό. Πιστεύει βαθιά ότι έχει ανώτερα δικαιώματα από τον χωριάτη και ότι τα έργα του έχουν μεγαλύτερη αξία από το να βγάζει και να βάζει καρπούς στη γη. Αυτή η διαμάχη ανάμεσα στα δύο μέρη δεν είναι βέβαια τέτοια που να οδηγεί σε πόλεμο. Συνήθως ο παπαλάνγκι, αδιάφορο αν ζει ανάμεσα σε ρωγμές ή στην ύπαιθρο, τα βρίσκει όλα εντάξει όπως είναι. Ο άνθρωπος της υπαίθρου θαυμάζει το βασίλειο του ανθρώπου στις ρωγμές, όταν πηγαίνει εκεί και ο άνθρωπος των ρωγμών τραγουδά και ενθουσιάζεται όταν περνά μέσα από τα χωριά του ανθρώπου της υπαίθρου. Ο άνθρωπος των ρωγμών αφήνει τον άνθρωπο της υπαίθρου να παχαίνει τεχνητά γουρούνια, ο δεύτερος πάλι αφήνει τον άνθρωπο των ρωγμών να χτίζει τα πέτρινα κιβώτια του και να τ' αγαπά.
Εμείς όμως, που είμαστε ελεύθερα παιδιά του ήλιου και του φωτός, θα μείνουμε πιστοί στο μεγάλο Πνεύμα και δεν θα του βαρύνουμε την καρδιά με πέτρες.
Μόνο παραπλανημένοι, άρρωστοι άνθρωποι, που δεν κρατάν πια το χέρι του Θεού, μπορούν να ζουν ευτυχισμένοι ανάμεσα σε πέτρινες ρωγμές χωρίς ήλιο, φως και αέρα. Ας χαρίσουμε στον παπαλάνγκι την αμφίβολη ευτυχία του, αλλά ας τσακίσουμε κάθε του προσπάθεια να χτίσει και στις δικές μας ηλιόλουστες παραλίες πέτρινα κιβώτια και να σκοτώσει την ανθρώπινη χαρά με πέτρες, με ρωγμές, με βρωμιά, με θόρυβο, με καπνό και με σκόνη, όπως το θέλει το μυαλό του και είναι ο στόχος του.

Πηγές:
antikleidi.com
anaghrapho.blogspot.gr
amarysia.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου